Ιστότοπος εναλλακτικής ενημέρωσης, με σταχυολόγηση και παρουσίαση αξιοπρόσεκτων ειδήσεων και απόψεων.



AddThis

Bookmark and Share

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Αντικείμενα από οψιδιανό «δείχνουν» την έλευση προϊστορικών ανθρώπων στο Αιγαίο


απο το in.gr

Οψιδιανός στο Μεταλλευτικό Μουσείο Μήλου

Προϊστορικοί άνθρωποι μπορεί να ταξίδεψαν στο Αιγαίο 15.000 χρόνια πριν, σύμφωνα με στοιχεία που ανακάλυψαν επιστήμονες -μεταξύ των οποίων και Έλληνες-, οι οποίοι χρησιμοποίησαν νέες τεχνικές χρονολόγησης πετρωμάτων. Η τεχνική χρονολόγησης δείχνει ότι άνθρωποι της προϊστορικής περιόδου ταξίδευαν στη Μήλο για την εξόρυξη οψιδιανού. 

Ο οψιδιανός είναι ένα ηφαιστειακό πέτρωμα με υαλώδη μορφή, το οποίο εξαιτίας της σύστασης και της ανθεκτικότητάς του χρησιμοποιήθηκε από τα τέλη της Ανώτερης Παλαιολιθικής περιόδου (πριν από 35.000 έως 11.000 χρόνια) για την κατασκευή εργαλείων και όπλων.

«Ο οψιδιανός ήταν ένα πολύτιμο πέτρωμα που βρίσκεται μόνο στη Μήλο, με λίγα κοιτάσματα στην Αντίπαρο και στο Γυαλί (νησάκι μεταξύ Νισύρου και Κω). Από εκεί και μέσω του εμπορίου διαδόθηκε σε όλο το Αιγαίο, καθώς και στην ηπειρωτική χώρα» εξηγεί ο Νικόλαος Λάσκαρης από το Πανεπιστήμιο του Αιγαίου, στο διαδικτυακό περιοδικό Past Horizons.

Έτσι, οι άνθρωποι πριν από την Εποχή του Χαλκού που ήθελαν να αποκτήσουν αιχμηρά εργαλεία και όπλα είχαν μία μόνο λύση: να ταξιδέψουν με πλοίο μέχρι τη Μήλο, προκειμένου να τον εξορύξουν. Και όπως φαίνεται από τις νέες έρευνες, αυτό ακριβώς έκαναν. 

Ενδείξεις για ταξίδια στη Μήλο από την παλαιολιθική εποχή έχουν βρεθεί στο σπήλαιο Φράγχθι του νομού Αργολίδας, μια από τις σημαντικότερες προϊστορικές θέσεις στην Ελλάδα. 

Το σπήλαιο κατοικήθηκε σίγουρα από τον Homo sapiens (30.000 π. Χ.), πιθανόν και από τον άνθρωπο του Νεάντερταλ (40.000 π. Χ.), ενώ υπάρχουν ενδείξεις συνεχούς κατοίκησης μέχρι το 3.000 π.Χ., καθιστώντας το έναν από τους μακροβιότερους τόπους συνεχούς ανθρώπινης παρουσίας.

Στο εσωτερικό του έχουν βρεθεί μοναδικά ευρήματα, όπως ένας ανθρώπινος σκελετός, ηλικίας 10.000 - 8.000 ετών, πήλινα θραύσματα, αγαλματίδια, χάντρες, κατεργασμένα όστρακα και οψιδιανός της παλαιολιθικής εποχής. 

Η τελευταία ανακάλυψη έφερε τα πάνω κάτω στην αντίληψη για τις θαλάσσιες μεταφορές, καθώς γεωχημικές έρευνες έδειξαν ότι πρόκειται για οψιδιανό που προήλθε από το αιγαιοπελαγίτικο νησί, 80 μίλια μακριά από το σπήλαιο. Ωστόσο, η απάντηση για το πότε έγινε αυτή η μεταφορά δεν ήταν εύκολο να δοθεί. 

«Επρόκειτο για ναυτικούς που πέρναγαν από το ένα νησί του Αιγαίου στο άλλο, φτάνοντας μέχρι τη Μικρά Ασία και την ελληνική ενδοχώρα» αναφέρει ο κ. Λάσκαρης, ο οποίος μαζί με τους συνεργάτες του δημοσίευσαν σχετικό άρθρο στο «Journal of Archaeological Science». 

«Μέχρι σήμερα μόνο στο Σπήλαιο Φράγχθι έχουν βρεθεί οψιδιανοί που χρονολογούνται περίπου στο 8.500 π. Χ. Με τα νέα δεδομένα όμως αποδεικνύεται ότι υπήρξε μια πιο πρώιμη επαφή με τα παράκτια μέρη» συμπληρώνει. 

Με τη νέα μέθοδο που χρησιμοποίησαν ο κ. Λάσκαρης και οι συνεργάτες του, απέδειξαν ότι αντικείμενα από οψιδιανό της Μήλου κατασκευάστηκαν στην ενδοχώρα πολύ νωρίτερα από ό,τι αρχικά θεωρείτο.

Ο Έλληνας επιστήμονας και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν μια μέθοδο που λέγεται χρονολόγηση της υδάτωσης του οψιδιανού (obsidian hydration dating, OHD), η οποία συνδυάστηκε μαζί με μια νέα τεχνική, τη φασματομετρία δευτερογενούς μάζας ιόντων της διαποτισμένης επιφάνειας (secondary ion mass spectrometry of surface saturation, SIMS-SS). 

«Μια φρεσκοκομμένη επιφάνεια οψιδιανού περιέχει μικροσκοπικές ρωγμές, μέσα στις οποίες το νερό απορροφάται με τον χρόνο», δηλώνει η ερευνήτρια Έλερι Φραχμ από το Πανεπιστήμιο Μινεσότα Twin Cities και πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης για τη Μελέτη του Οψιδιανού, η οποία εξηγεί στο περιοδικό γιατί έγινε η συγκεκριμένη επιλογή μεθόδων. 

Η OHD από μόνη της δεν είναι πολύ αξιόπιστη στη χρονολόγηση πετρωμάτων. Με τη νέα τεχνική SIMS-SS, οι επιστήμονες μπορούν να υπολογίσουν την ποσότητα του νερού που εισχωρεί στο πέτρωμα. 

«Μια δέσμη σωματιδίων απομακρύνει τα ιόντα από τις λεπτές σαν φλούδα κρεμμυδιού στρώσεις του οψιδιανού. Είναι σαν να υπολογίζουμε τη σύνθεση κάθε μίας από αυτές» τονίζει. 

Με αυτό τον τρόπο, κάθε αλλαγή στο περιεχόμενο του νερού μπορεί να διερευνηθεί σε βάθος, αποκαλύπτοντας ακριβώς το πώς έγινε αυτή η αλλαγή.

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου